Βαπτίσεις Τούρκων με «σκιές»: Πίστη ή διαβατήριο για Ευρώπη - Το παρασκήνιο που διχάζει τη Ρωμιοσύνη
- Christos Adamou
- Κατηγορία: Ομογένεια
- Εμφανίσεις: 180
Του δρ. Συμεών Σολταρίδη, δημοσιογράφου-

Το τελευταίο διάστημα, τόσο στον ελληνικό όσο και στον τουρκικό Τύπο, έχουν δημοσιευθεί κείμενα που αναφέρονται σε ένα φαινόμενο το οποίο υφίσταται στη σημερινή του μορφή εδώ και περίπου δυο δεκαετίες . Πρόκειται για ανθρώπους εθνοτικά Τούρκους και μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, οι οποίοι, ασκώντας το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, ζητούν και ασπάζονται τον Χριστιανισμό και ειδικότερα την Ορθόδοξη πίστη.
Με αφορμή την αναζωπύρωση της σχετικής συζήτησης, και έχοντας ως εφόδιο μια δημοσιογραφική διαδρομή τριών δεκαετιών, ιδιαίτερα ως Ρωμιός κάτοικος της Κωνσταντινούπολης που βιώνει εκ των έσω τα γεγονότα, αλλά και ως πολίτης με γνωστικό αντικείμενο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα μειονοτικά ζητήματα σε Ελλάδα και Τουρκία, θα επιχειρήσω μια συνολική προσέγγιση του ζητήματος. Η δημόσια συζήτηση έχει ήδη αναδειχθεί σε περίοπτη θέση, ιδίως σε σελίδες με έντονο θρησκευτικό και εθνικιστικό προσανατολισμό. Δεν έλειψαν, μάλιστα, αναφορές σε «χαρούμενα αγγέλματα», σε λόγια του Αγίου Παϊσίου και σε κάθε είδους ερμηνείες. Ωστόσο, πέραν αυτών, προβάλλει με σαφήνεια και η πολιτική διάσταση του ζητήματος, η οποία αναδεικνύεται ως πρωτεύουσα.
Ο ρόλος των κατηχητών
Καταρχάς, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν τίθεται θέμα εναντίωσης στο κάλεσμα της Εκκλησίας προς όλους τους ανθρώπους, δεδομένου ότι ο χαρακτήρας της είναι οικουμενικός και όχι εθνικός ή εθναρχεύων. Η ελεύθερη επιλογή των ανθρώπων στην αναζήτηση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, ενώ συνιστά και καθήκον της Εκκλησίας να αποδέχεται τη βούληση όσων επιθυμούν να ασπασθούν τον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία.
Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι καθοριστικής σημασίας είναι ο ρόλος των κατηχητών, οι οποίοι οφείλουν να διαθέτουν την ικανότητα να διακρίνουν τα αίτια που οδηγούν τους νεοβαπτιζόμενους στην απόφασή τους, αλλά και να διατηρούν διαρκή επικοινωνία μαζί τους, ώστε να μην αφήνονται «έρμαιοι» σε επιρροές και καταστάσεις που ενδέχεται να αλλοιώσουν την πορεία τους.
Ρωμαίικη κοινότητα άνω των 65
Στην Πόλη, καθώς και στην Ίμβρο και την Τένεδο, η ρωμαίικη κοινότητα δεν υπερβαίνει τις 2.500 ψυχές, με σημαντικό ποσοστό αυτών να είναι άνω των 65 ετών. Το δημογραφικό αυτό δεδομένο, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι η κοινότητα οφείλει να αποδέχεται άκριτα ως μέλη της οποιονδήποτε δηλώνει πίστη και αφοσίωση στην Ορθοδοξία.
Η διαδικασία αποδοχής στην Ορθοδοξία εξετάζεται από αρμόδια επιτροπή που λειτουργεί στο πλαίσιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία είναι υπεύθυνη για την κατήχηση και την τελική απόφαση σχετικά με την Ιερά Κατήχηση και το Ιερό Βάπτισμα. Η εν λόγω επιτροπή πρέπει να αξιολογεί κατά πόσο ο υποψήφιος είναι ειλικρινής στην πρόθεσή του, αν δηλαδή είναι έτοιμος να «δει το φως το αληθινόν» ή αν επιδιώκει πρακτικές διευκολύνσεις για τη μελλοντική του πορεία.
Μέσο για εξασφάλιση βίζας στην Ευρώπη;
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρονται περιπτώσεις όπου η υιοθέτηση ενός ορθόδοξου ονόματος ενδέχεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για την εξασφάλιση βίζας εισόδου στην Ευρώπη, την αναζήτηση εργασίας ή την επίλυση άλλων προβλημάτων. Διευκρινίζεται, πάντως, ότι τα παραπάνω δεν αφορούν το σύνολο των νεοβαπτιζόμενων.
Εκτιμάται ότι ένα ποσοστό, το οποίο ενδεικτικά μπορεί να φθάνει το 30%, αφορά άτομα που είτε ανήκουν σε κατηγορίες κρυπτοχριστιανών, είτε έχουν μελετήσει σε βάθος και έχουν καταλήξει συνειδητά στην επιλογή τους, είτε διαθέτουν καταγωγή από ορθόδοξους πληθυσμούς που παρέμειναν στις πατρογονικές τους εστίες μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, υιοθετώντας το Ισλάμ.
Θρησκευτική και πολιτική διάσταση
Κατά συνέπεια, αναδεικνύονται δύο διακριτές αλλά αλληλένδετες διαστάσεις του ζητήματος: η θρησκευτική και η πολιτική, οι οποίες, αν και δεν ταυτίζονται, συνυπάρχουν και επηρεάζουν καθοριστικά την εξέλιξη του φαινομένου.
Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργείται σύγχυση, η οποία εκκινεί ήδη από το ζήτημα της μη αναγνώρισης της Οικουμενικότητας του Πατριαρχείου από τις τουρκικές αρχές και τον χαρακτηρισμό του ως «Rum Patrikhanesi». Ως αποτέλεσμα αυτού, τα έγγραφα, και συγκεκριμένα τα βαπτιστικά, που εκδίδονται από το Φανάρι και φέρουν αυτόν τον τίτλο, χρησιμοποιούνται από νεοβαπτιζόμενους ως βάση για την ένταξή τους στην Ομογένεια, με τους ίδιους να δηλώνουν ότι είναι Ρωμιοί.
Προβάλλοντας επιχειρήματα και εκφράζοντας την επιθυμία ένταξης στη ρωμαίικη κοινότητα, επιχειρούν να εγγράψουν τα παιδιά τους στα ομογενειακά σχολεία, επικαλούμενοι κυρίως την ιδιότητα του «μέλους του cemaat», δηλαδή του συνόλου που μοιράζεται κοινές αξίες, αντιλήψεις και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ξεκινά μια διαδικασία προσφυγών στα τουρκικά δικαστήρια, με βασικό επιχείρημα το δικαίωμα να μορφώσουν τα παιδιά τους στη γλώσσα της κοινότητας στην οποία θέλουν να ενταχθούν, δηλαδή στα ελληνικά, και να τα φέρουν σε επαφή και τελικά να ενστερνιστούν αυτήν την κουλτούρα και παράδοση. Παράλληλα, τονίζουν ότι αισθάνονται και αυτοπροσδιορίζονται ως «μέλη και απόγονοι Ρωμιών της Ανατολής».
Ένταξη στα σχολεία της ομογένειας;
Η δικαστική πορεία που ακολουθείται παρουσιάζει συγκεκριμένα στάδια και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αρχικά, οι γονείς απευθύνονται στη διεύθυνση του σχολείου προκειμένου να εγγράψουν τα παιδιά τους. Το σχολείο απορρίπτει το αίτημα, επισημαίνοντας ότι οι αιτούντες δεν αναγνωρίζονται ως Ρωμιοί. Κατά την πάγια διαδικασία, η διεύθυνση απευθύνεται στην αρμόδια διεύθυνση σχολών για τα παιδιά της ομογένειας και, εφόσον υπάρξει θετική απάντηση, προχωρά στην εγγραφή. Στην περίπτωση, όμως, των παιδιών νεοβαπτισμένων, η κρατική υπηρεσία απαντά αρνητικά.
Ακολουθεί προσφυγή των γονέων στη Διεύθυνση Παιδείας της Περιφέρειας Σταυροδρομίου, η οποία επίσης απορρίπτει το αίτημα, επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης. Στη συνέχεια, οι γονείς καταφεύγουν στη δικαιοσύνη, στρεφόμενοι κατά της Διεύθυνσης Παιδείας, και δικαιώνονται σε πρώτο βαθμό από το Διοικητικό Δικαστήριο. Η διοίκηση ασκεί έφεση, ωστόσο το Εφετείο επικυρώνει τελεσίδικα την απόφαση υπέρ των γονέων, υποχρεώνοντας το σχολείο να εγγράψει το παιδί.
Είναι αυτομάτως και Ρωμιοί;
Οι διαφορετικές αυτές δικαστικές αποφάσεις συμβάλλουν στον διχασμό της κοινής γνώμης, καθώς η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, ιδίως του νόμου 5580 και των άρθρων 2 και 5, καθώς και των προβλέψεων της Συνθήκης της Λωζάνης, παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις, ιδίως ως προς τον ορισμό και το περιεχόμενο του όρου «Ρωμιός».
Στο ίδιο πλαίσιο, νομική προσέγγιση του ζητήματος δίνει υποψήφιος διδάκτωρ και δικηγόρος Θεσσαλονίκης, ο οποίος έχει ασχοληθεί εκτενώς με τα μειονοτικά ζητήματα. Όπως σημειώνει, «η ένταξη στην θρησκευτική μειονότητα δεν συνεπάγεται και την αυτόματη ένταξη στην κατηγορία των Ρωμιών». Σε άλλο σημείο επισημαίνει ότι, «μολονότι δεν υπάρχει σαφής ορισμός για το ποιος είναι Ρωμιός, πρέπει να γίνει δεκτό πως η ένταξη στην θρησκευτική-πολιτιστική μειονότητα των Ελληνορθοδόξων ακολουθεί ορισμένα κριτήρια. Ένας Τούρκος που βαπτίζεται Χριστιανός μπορεί να εντάσσεται στη γενική έννοια της θρησκευτικής μειονότητας, ωστόσο δεν αποκτά αυτομάτως την ιδιότητα του Ρωμιού, εφόσον αδυνατεί να αποδείξει οποιαδήποτε σχέση με την κατεστημένη πριν το 1923 ρωμαίικη κοινότητα. Η μεταβολή θρησκείας από μόνη της δεν συνιστά επαρκή προϋπόθεση· απαιτείται τεκμηρίωση πολιτιστικών δεσμών».
Το ζήτημα των νεοβαπτισμένων δεν είναι πρόσφατο. Στην Πόλη υφίσταται τουλάχιστον εδώ και δύο δεκαετίες. Ενδεικτική είναι σχετική αναφορά σε δημοσίευμα του Αλέξανδρου Μασσαβέτα στην εφημερίδα «Καθημερινή» που αναδημοσιεύθηκε στην «Απογευματινή» της Πόλης, με ημερομηνία 12 Δεκεμβρίου 2007, όπου καταγράφονται μαρτυρίες δύο Τούρκων που είχαν βαπτιστεί Χριστιανοί. Οι ίδιοι υπογράμμιζαν ότι ασπάστηκαν οικειοθελώς την Ορθοδοξία, διατηρώντας ωστόσο την τουρκική τους ταυτότητα, ενώ σε μία από τις περιπτώσεις επισημαίνεται ότι στην οικογένεια ομιλείται και η ελληνική γλώσσα. Κοινή τους θέση ήταν ότι η ταύτιση θρησκείας και εθνότητας αποτελεί εσφαλμένη προσέγγιση.
Μερίδα νεοβαπτισμένων διεκδικούν ένταξη
Η ιστορική αυτή αναδρομή, σε συνδυασμό με τη σύγχρονη πραγματικότητα, αναδεικνύει ένα ζήτημα με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, το οποίο υποβόσκει εδώ και τουλάχιστον μία πενταετία, επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο και οδήγησε μερίδα νεοβαπτισμένων στο να διεκδικούν την ένταξή τους στη ρωμαίικη κοινότητα. Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλονται επιχειρήματα περί «καταγωγής» με στόχο την εξασφάλιση θεώρησης εισόδου στην Ελλάδα, τη διεκδίκηση άδειας παραμονής ή ακόμη και την απόκτηση ελληνικής υπηκοότητας. Παράλληλα, εκφράζεται η επιθυμία εκπαίδευσης των παιδιών τους στα ρωμαίικα σχολεία, με επίκληση της «εθνικής τους καταγωγής» και της ανάγκης εκμάθησης της «εθνικής τους γλώσσας και πολιτισμού».
Η απαίτηση αυτή, δηλαδή η ταύτιση της θρησκευτικής επιλογής με την εθνική καταγωγή, στο πλαίσιο του συστήματος millet και της λεγόμενης «ελληνορθόδοξης κοινότητας», προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της Ομογένειας, οδηγώντας σε εσωτερικό διχασμό. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι αποδέχονται ότι μπορεί σε βάθος χρόνου να υπάρξει ταύτιση θρησκείας και εθνότητας, θεωρώντας ότι μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση του ομογενειακού στοιχείου. Από την άλλη, διαμορφώνεται ένα ρεύμα που θα μπορούσε να δεχθεί μια τέτοια εξέλιξη μόνο σε βάθος χρόνου, ενδεχομένως στη δεύτερη ή τρίτη γενιά, αλλά όχι άμεσα. Οι τελευταίοι εκφράζουν επιφυλάξεις ως προς την άμεση ένταξη των νεοβαπτισμένων στην κοινότητα, ιδίως όταν αυτή συνοδεύεται από αξιώσεις συμμετοχής σε διοικητικά συμβούλια ευαγών ιδρυμάτων και εκπαιδευτικών φορέων. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αντίθεσή τους στην εγγραφή των παιδιών νεοβαπτισμένων στα ομογενειακά σχολεία.
Τίθεται, συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον αυτής της ομάδας. Οι απαντήσεις που διατυπώνονται είναι πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες.
Φόβοι για φιλορωσικές επιρροές
Μία πρώτη προσέγγιση απορρίπτει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αποκλεισμού τους από την Εκκλησία. Αντιθέτως, υπογραμμίζεται η ανάγκη για προσεκτική επιλογή, ουσιαστική κατήχηση και διαρκή, ανθρώπινη σχέση με τους νεοεισερχόμενους πιστούς. Διαφορετικά, εκφράζεται ο φόβος ότι ενδέχεται να ενισχυθούν εναλλακτικές εκκλησιαστικές ή ιδεολογικές τάσεις, όπως το «Παπαευθυμικό» μόρφωμα ή φιλορωσικές επιρροές
Σε ό,τι αφορά τη σχέση τους με τη ρωμαίικη κοινότητα, διατυπώνεται η θέση ότι δεν είναι εφικτός ο αποκλεισμός τους, δεδομένου ότι, βάσει των ισχυουσών νομικών ρυθμίσεων και των σχετικών δικαστικών αποφάσεων, σε αρκετές περιπτώσεις δικαιώνονται. Υπό το πρίσμα αυτό, προκρίνεται η αποφυγή συγκρουσιακών επιλογών και η υιοθέτηση μιας νέας, πιο ήπιας και φιλικής πολιτικής εκ μέρους της Ομογένειας, σε αντιδιαστολή με παλαιότερες πρακτικές αδιαφορίας ή αντιπαράθεσης, όπως εκείνες που εφαρμόστηκαν έναντι άλλων ομάδων.
Μία τρίτη προσέγγιση εισηγείται την ένταξή τους, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η εγγραφή των παιδιών τους στα ομογενειακά σχολεία, με στόχο την εκμάθηση της γλώσσας και την εξοικείωση με τη ρωμαίικη παράδοση. Παράλληλα, τονίζεται ότι η συμμετοχή τους στα κοινοτικά δρώμενα θα πρέπει να γίνεται χωρίς αιφνίδιες ή υπερβολικές αξιώσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν ανησυχία ή αντιδράσεις.
Ως προς τον ρόλο της Εκκλησίας, προβάλλεται η θέση ότι οφείλει να παραμείνει προσηλωμένη στο ποιμαντικό της έργο, αγκαλιάζοντας τους νέους πιστούς με πνεύμα αγάπης και αποδοχής. Χωρίς αυταρχικές πρακτικές ή επιβολές, καλείται να καλλιεργήσει το ορθόδοξο ήθος και να αναδείξει τον οικουμενικό και όχι εθνικό χαρακτήρα της.
Πρωτίστως πολιτικό το ζήτημα
Εν τέλει, αναδεικνύεται με έμφαση ότι το ζήτημα είναι πρωτίστως πολιτικό. Η Εκκλησία επιτελεί τον θεσμικό της ρόλο και καλώς κάνει, ωστόσο εκείνοι που καλούνται να τον εφαρμόσουν στην πράξη οφείλουν να επιδεικνύουν πνεύμα διαλόγου και κατανόησης απέναντι σε όσους αναζητούν την πίστη και κυρίως χωρίς δεσποτισμούς. Παράλληλα, η Ομογένεια καλείται, χωρίς εντάσεις και εσωτερικές αντιπαραθέσεις, να στηρίξει όσους διαθέτουν έστω και μερικούς δεσμούς με τη Ρωμιοσύνη, κατάγονται από ρωμαίικες οικογένειες της Ανατολίας , της Ανατολής και του Πόντου ή επιθυμούν ειλικρινά και βαθιά να γίνουν αυτοί και τα παιδιά τους μέτοχοι της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Η Ομογένεια οφείλει να ανοίξει την αγκαλιά της, όπως το είχε πράξει σε όλους αυτούς που είχαν έρθει στην Πόλη από τις τότε οθωμανικές κτίσεις. Άνθρωποι που αναζητούν σήμερα τις ρίζες και την καταγωγή τους κι ανακαλύπτουν πως συνδέονται μέσω των προγόνων τους με τους Ρωμιούς κι επιθυμούν να επανασυνδεθούν με αυτούς, δεν μπορεί να αποκλείονται εκ των προτέρων χωρίς καμία προσπάθεια επικοινωνίας κι επαφής. Δεν είναι δυνατόν η Ομογένεια της Πόλης να επιδεικνύει έναν τέτοιο ελιτισμό, δεν έχει αυτό το δικαίωμα ούτε την πολυτέλεια. Όμως οφείλει να διαχειριστεί την κατάσταση με τη διαμόρφωση και την εφαρμογή ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού, με βάση τόσο τους κινδύνους για το εγγύς και το απώτερο μέλλον όσο και την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Με σύνεση και νηφαλιότητα να ελέγχονται και να αποκλείονται περιπτώσεις όπου η θρησκευτική επιλογή ενδέχεται να συνδέεται με άλλες επιδιώξεις. Διότι και όσοι αντιτίθενται με έντονες αντιδράσεις εκφράζουν δικαιολογημένους φόβους για την αλλαγή της ταυτότητας της Ομογένειας και τελικά τον προσανατολισμό της μόνο στο θρησκευτικό σκέλος μετατρέποντάς την σε θρησκευτική, χριστιανική ορθόδοξη και μόνο. Η γλώσσα, η κουλτούρα και η παράδοση των Ρωμιών άμεσα συνδεδεμένα με την Ορθοδοξία δίνουν για αιώνες τη σύνθετη και πολυδιάστατη ρωμαίικη ταυτότητα, η οποία δεν αποκτάται με την αλλαγή του θρησκεύματος. Η συρρίκνωση της ρωμαίικης κοινότητας, λένε και ίσως δικαιολογημένα, δεν επιτρέπει την ένταξη και την αφομοίωση «ξένων» στοιχείων σε τόσο μεγάλους αριθμούς.
Απαιτούνται προσεκτικοί χειρισμοί
Το ζήτημα παραμένει σύνθετο και ιδιαίτερα ευαίσθητο. Απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία και, κυρίως, συντονισμό μεταξύ θρησκευτικών και πολιτικών φορέων. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, ούτε με ευκολία, είτε μέσω άκριτων βαπτίσεων είτε μέσω εργαλειακής αποδοχής νέων μελών με στόχο την αριθμητική ενίσχυση. Πρόκειται για πεδίο όπου συγκρούονται διαφορετικές αντιλήψεις, αναλύσεις και συμφέροντα, καθιστώντας αναγκαία μια ισορροπημένη και μακροπρόθεσμη προσέγγιση μέσα από έναν σχεδιασμό δράσεων, που να στηρίζεται σε τεκμηριωμένα δεδομένα, να προάγει τη συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, κληρικών και λαϊκών, και να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα και την κοινωνική αποδοχή των παρεμβάσεων. Η συγκρότηση ενός κληρικολαϊκού οργάνου με τη συμμετοχή θεσμικών οργάνων των Ρωμιών του εξωτερικού θα αποτελούσε έναν θεσμικό φορέα που θα πρότεινε, θα διαχειρίζονταν και θα έπαιρνε αποφάσεις για αυτά τα δύσκολα, σύνθετα και κομβικά ζητήματα που αφορούν την Ομογένεια.






















